Loading...

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

«Μπιζίμ (ο δικός μου) ΠΑΟΚ»


Οσοι δεν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, απόψε το βράδυ είχαν (και πάλι) την απορία γιατί γύρω στις 8 άδειασαν οι δρόμοι και γέμισαν τα sports café σε όλη τη Θεσσαλονίκη. «Παίζει ο ΠΑΟΚ», (φαντάζομαι ότι) έλαβαν ως απάντηση κι έπειτα συνέχισαν τις δουλειές τους κουνώντας το κεφάλι, σχεδόν υποτιμητικά. Το έχω αντικρίσει πολλές φορές αυτό το βλέμμα των ανθρώπων που νομίζουν ότι το να παθιάζεσαι με τον ΠΑΟΚ, τον Αρη ή τον Ηρακλή είναι χάσιμο χρόνου. Δεν το παρεξηγώ πια αλλά δεν μπορώ και να μην υπερασπίζομαι το δικαίωμά μου να συνεχίζω να ξοδεύω προσωπικές μου στιγμές πηγαίνοντας στο γήπεδο ή πίνοντας καφέ και βλέποντας την ομάδα μου σε κάποιο παρακμιακό στέκι των δυτικών συνοικιών. Πριν ολοκληρώσω αυτήν την πρόχειρη σκέψη, αντιγράφω ένα από τα τελευταία μου κείμενα στις «Διαδρομές» του Αγγελιοφόρου, γραμμένο τον περασμένο Σεπτέμβρη, όταν ένιωθα τρομερά πιεσμένος από την οικονομική κρίση και «έβλεπα» μπροστά μου το ενδεχόμενο να χάσω μια δουλειά που πραγματικά αγαπούσα. Το εντιτόριαλ έχει τίτλο «Στην κερκίδα με τον Αναγνωστάκη».  
Κάθε φορά που βρίσκομαι στο γήπεδο και ζω μια πραγματικά δυνατή ποδοσφαιρική στιγμή, κάνω το εξής κόλπο: αφήνω για λίγο τον αγωνιστικό χώρο ή, καλύτερα, το πλάνο στο οποίο εστιάζει ο τηλεοπτικός φακός και στρέφω το βλέμμα στις αντιδράσεις του κόσμου στις κερκίδες. Η χαρά, η κραυγή, η απογοήτευση και το χειροκρότημα είναι υπό ορισμένες συνθήκες ένα θέαμα απείρως σημαντικότερο από την ομορφιά του γκολ ή μιας απόκρουσης.
Πρόκειται για αυθεντική έκφραση του κόσμου και, άρα, για την αίσθηση ότι είσαι κι εσύ ένας από αυτούς· ίδιος, αλλά και εντελώς διαφορετικός σε αυτά που θέλεις από μια ομάδα· ίδιος, όσο αυτό μπορεί να σε κάνει να νιώσεις ότι ανήκεις κάπου, αλλά και εντελώς ξεχωριστός όσον αφορά στις βαθιές αιτίες που σε έστειλαν σε μια κερκίδα.
«Έχοντας δοκιμάσει αμέτρητες εμπειρίες, μπορώ να πω με σιγουριά ότι όσα ξέρω για την ανθρώπινη ηθική τα οφείλω στο ποδόσφαιρο». Δεν είναι δική μου η φράση αλλά του μεγάλου έλληνα ποιητή, Μανώλη Αναγνωστάκη, ενός ανθρώπου που διέκρινε την Τέχνη που κρύβει η οπαδική έκφραση. Συμφωνώ μαζί του ανεπιφύλακτα και είναι σαν να τον έχω κι αυτόν κάπου δίπλα μου στις κερκίδες της Τούμπας, όταν κάθε Κυριακή ξεχνώ προσωπικά και επαγγελματικά προβλήματα, παρακολουθώντας 11 τρελούς να κυνηγούν μια μπάλα. Δεν είναι ο «Άγιαξ», που τόσο πολύ αγάπησε και θαύμασε ο Αναγνωστάκης, δεν είναι καν η «Μπαρτσελόνα» του Μέσι και του Ινιέστα, αλλά είναι «η ομάδα μου» και η ομάδα χιλιάδων ακόμη ανθρώπων, τους οποίους έχω μια μεγάλη εσωτερική ανάγκη να νιώθω κοντά μου.
Φέτος, είναι μια δύσκολη χρονιά για την ελληνική κοινωνία. Η ανεργία έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, η ακρίβεια καλπάζει, και η φορολογία εξοντώνει τον πολίτη. Την ώρα, όμως, που ο Αντελίνο Βιερίνια έστελνε την μπάλα με εξαιρετικό σουτ στη γωνία της εστίας του τερματοφύλακα της Φενέρ Μπαχτσέ, Βολκάν, εγώ έστρεψα το βλέμμα στα ψηλά διαζώματα της Τούμπας και είδα ανθρώπους χαμογελαστούς. Είδα τα όνειρα που δεν μπορεί να γεννήσει το ξεκίνημα μιας νέας δουλειάς. Είδα τη λάμψη που δεν μπορεί να δώσει η χαρά μιας μεγάλης προσωπικής επιτυχίας. Είδα κόσμο να παίρνει «παράταση ευτυχίας», όσο οι αντικειμενικά σπουδαιότεροι παράγοντες ευτυχίας (όπως η καλή μας υγεία, η επαγγελματική μας εξέλιξη και η οικονομική μας βελτίωση) αργούν να εμφανιστούν. Και θα εμφανιστούν κάποια στιγμή. Τι στο καλό…
Ας ξεκινήσω από το τέλος: «Παράταση ευτυχίας». Αυτό νομίζω πως είναι το ποδόσφαιρο. Μια παρηγοριά για τους απελπισμένους, ένα σκίρτημα χαράς χωρίς βαριά ανάλυση. Επιμένω λοιπόν στο προφίλ του μπλογκ μου να το βάζω δίπλα – δίπλα με την ποίηση και τη μουσική, κι ας γελάνε η Αλίκη με τη Μαρίνα πιστεύοντας ότι κάτι τέτοιες ανώριμες εκφράσεις μού χαλούν το «έντεχνο» προφίλ που δημιούργησα στο ραδιόφωνο.
Πάω λίγο πιο πάνω: «Η ομάδα μου δεν είναι ο Αγιαξ, ούτε η Μπαρτσελόνα. Είναι όμως η ομάδα μου». Βρέθηκα πριν λίγα χρόνια στην Βαρκελώνη και θαύμασα την ομάδα του Πεπ Γκουαρντιόλα μέσα στο Καμπ Νου. 110.000 φίλαθλοι ήταν άραγε τρελοί που έχασαν το βράδυ της Τετάρτης τους για να δουν το Μπαρτσελόνα – Σεβίλλη 4-0; Και μη μου πείτε ότι η Βαρκελώνη δεν είναι μια σύγχρονη Ευρωπαϊκή πόλη με αναπτυγμένο πολιτισμικό επίπεδο; Οι άνθρωποι έχουν φτιάξει την ιδανική πόλη για να ζει κανείς αλλά παράλληλα είναι «όλοι τους τρελοί και παλαβοί» με την Barca. Γιατροί, δικηγόροι, αρχιτέκτονες, καθηγητές πανεπιστημίου και 12χρονα σχολιαρόπαιδα αγκαλιάζονται με θέρμη κάθε φορά που ο Μέσι στέλνει την μπάλα στα δίχτυα της αντίπαλης ομάδας. Κάποιοι θα πουν ότι τέτοιες ομάδες δεν πρόκειται να φτιάξουμε ποτέ στην Ελλάδα κι αυτός είναι ο λόγος που δεν αξίζει να ασχοληθείς με το Ελληνικό ποδόσφαιρο. Μα, αν δεν φτιάξεις γήπεδο με 100.000 θεατές, αν δεν αγοράσεις εισιτήριο διαρκείας, φανέλα του Μέσι, κασκόλ και σημαία, πώς θα αποκτήσει η ομάδα αυτούς τους παικταράδες για να γίνει καλύτερη; Η Μπαρτσελόνα δεν έχει Κόκαλη, ούτε Πατέρα για προέδρους. Την ομάδα την «πληρώνει» ένας κόσμος που ακομπλεξάριστα και με πάθος την ακολουθεί παντού, όχι μόνον όταν κατακτά το Τσάμπιονς Λιγκ αλλά και όταν βολοδέρνει στις μεσαίες θέσεις της βαθμολογίας. Εχει ζήσει και τέτοιες εποχές η Μπάρτσα. «Πόνεσε» όταν της έκλεψε τον Λουίς Φίγκο η μισητή της αντίπαλος, κουνούσε μαντίλι για να φύγει ο προπονητής της αλλά έκανε υπομονή, επέμενε να στηρίζει μια συλλογική προσπάθεια και τώρα ζει μεγάλες στιγμές με κοινωνικές προεκτάσεις. Όταν νικά τη Ρεάλ είναι σα να αμφισβητεί το θεσμό της βασιλείας. Όταν κατακτά το Τσάμπιονς Λιγκ είναι σα να βροντοφωνάζει πως είναι αυτόφωτη και ανεξάρτητη από την Ισπανία. Πειράζει που έτσι νιώθω κι εγώ για τον ΠΑΟΚ μου; Κι ας είναι απελπιστικά χειρότερος από την Μπάρτσα. Στο δικό μου σύμπαν είναι καλύτερος, όπως καλύτερος είναι και ο Αρης και ο Ηρακλής για όλους τους «κολλητούς» μου φίλους. Αν βρεθεί κάποιος στην παρέα μας που να διαφωνεί,  δε θα γλυτώσει, θα τον βγάλουμε τρελό…
Αφησα για το τέλος την φράση του σπουδαίου Μανώλη Αναγνωστάκη, φιλάθλου του Απόλλων Αθηνών, του ΠΑΟΚ και του Αγιαξ. «Έχοντας δοκιμάσει αμέτρητες εμπειρίες, μπορώ να πω με σιγουριά ότι όσα ξέρω για την ανθρώπινη ηθική τα οφείλω στο ποδόσφαιρο». Μεγαλώνω δύο παιδιά και σε λίγο κι ένα τρίτο. Συγχωρέστε με για την υπερβολή, αλλά, ειδικά για τους γιους μου, θα νιώσω πιο σίγουρος αν μάθουν την ανθρώπινη ηθική στο «σχολείο» του γηπέδου, παρά σε κάποιο κοντέινερ δημοτικού στην Ευκαρπία ή μια αίθουσα τρία επί τρία με γυψοσανίδα στο φροντιστήριο του κέντρου. Το ξέρω πως θα βρεθούν κοντά σε επικίνδυνες νεανικές «μαγκιές». Θα τους έχω προετοιμάσει χρόνια πριν με συζητήσεις και με τη δική μου στάση ζωής ως παράδειγμα. Το ξέρω πως θα ακούσουν βαριές βρισιές και κάποιες νίκες θα τους κάνουν να χάσουν την όρεξη για μάθημα. Δεν πειράζει, μου συνέβη κι εμένα και δεν έπαθα τίποτα, αντίθετα, έχοντας πλέον απόσταση από τα πράγματα συνειδητοποιώ πως το χιούμορ του γηπέδου, η περιπέτεια μιας εκτός έδρας εκδρομής και η συγκίνηση μετά από μεγάλες επιτυχίες μου δίδαξαν περισσότερα απ’ όσα ο αδιάφορος καθηγητής της Φυσικής και η επιχειρηματίας - δασκάλα μου στα Αγγλικά.
Στο γήπεδο έμαθα πως για να κερδίσεις πρέπει να προπονηθείς. Στο γήπεδο κατάλαβα πως και να χάσεις θα βρεις κι άλλες ευκαιρίες μπροστά σου. Στο γήπεδο συνειδητοποίησα πως το μικρό ψάρι πρέπει να αποφεύγει το μεγάλο κι ο Δαυίδ πρέπει, αντί να κάνει βάρη, να μάθει καλό σημάδι για να επιβιώσει.
Δεν τα γράφω αυτά γιατί απόψε ο ΠΑΟΚ προκρίθηκε στους 32 του Γιουρόπα Λιγκ νικώντας 0 – 1 μέσα στο Ζάγκρεμπ. Τα ίδια θα πίστευα κι αν χάναμε ή αν βολοδέρναμε στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας του ελληνικού πρωταθλήματος. Είπα να τα πω απόψε απλά γιατί η γοητεία της νίκης – πρόκρισης και των μαζικών πανηγυρισμών δίνει μια «υπεραξία» στους ποδοσφαιρόφιλους. Δεν μου αρέσει ούτε αυτό. Προτιμώ την πραγματική αξία της «κάθε Κυριακής» του ΠΑΟΚ, του Αρη, του Ηρακλή ή της «Νίκης Ευκαρπίας». Αλλωστε το ποδόσφαιρο θα έχει πάντα αυτήν την ομορφιά: Η αγωνία για την έκβαση ενός αγώνα θα είναι η ίδια, άσχετα με το αν παίζει η Μπάρτσα, ο ΠΑΟΚ ή η ομάδα της γειτονιάς μας για το τοπικό πρωτάθλημα. Είναι η αγωνία ενός παιδιού με κοντά παντελονάκια που ονειρεύεται να γίνει κάτι σημαντικό. Ισως δε φαίνεται καθαρά από την κερκίδα αλλά αν προσέξεις καλύτερα θα δεις στο τερέν… τον εαυτό σου πριν από χρόνια. Τότε που όλα ήταν «αλλιώς» και η ζωή ανοίγονταν μπροστά σου όλο προσδοκίες. Αυτό σου διδάσκει το ποδόσφαιρο: «Ότι το παιχνίδι παίζεται ακόμα», κι ας έφτασες 35, 55 ή 80 χρονών. Ένα κοντό παντελονάκι σου χρειάζεσαι κι ένα «Μπιζίμ ΠΑΟΚ» για να γλυτώσεις μια για πάντα τα ψυχοφάρμακα.

υ.γ.1 : Ο πατέρας μου αγαπούσε να μου λέει (ξεχνούσε ότι μου το είχε ήδη πει κι έτσι την άκουσα δεκάδες φορές) μια ιστορία για τη γέννηση της φράσης «ΠΑΟΚ και ξερό ψωμί». Ηταν, έλεγε, τα χρόνια της προσφυγιάς, τότε που οι μικρασιάτες είχαν καταλύσει στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης αλλά και την Καλαμαριά και το πρώτο γήπεδο της νέας ομάδας του ΠΑΟΚ βρίσκονταν εκεί που τώρα είναι το Χημικό του ΑΠΘ, στο σιντριβάνι. Κάθε Κυριακή οι άνθρωποι αυτοί, μη έχοντας άλλη ψυχαγωγία, έβαζαν σ’ ένα μαντήλι μια ντομάτα, λίγο τυρί και ψωμί και κατέβαιναν στην πόλη με τα πόδια. Από τις 9 το πρωί άρχιζαν οι αγώνες. Πρώτα τα «τσικό», μετά οι έφηβοι του ΠΑΟΚ, ύστερα η δεύτερη ομάδα και στις 3 ακριβώς τα «αετόπουλα» της Α’ Εθνικής. Εκείνη την ώρα η ντομάτα και το τυρί είχαν ήδη φαγωθεί και το μόνο που είχε απομείνει ήταν λίγο ξεραμένο, από την επαφή με τον αέρα, ψωμί. «ΠΑΟΚ και ξερό ψωμί», φώναζαν οι φίλαθλοι. Γλύκαινε η πίκρα του ξεριζωμού, έβρισκε κάπου να ακουμπήσει η πληγωμένη αξιοπρέπεια. Μαλάκωνε η ψυχή των νέων που δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί έπρεπε να ζήσουν φτωχοί. «ΠΑΟΚ και κουρού εκμέκ», μου ‘λεγε ο μπαμπάς μου κι ήταν αυτό ένα μάθημα Ιστορίας που θα με προστάτευε από τις παλαβομάρες κάθε καθηγητή που στο μέλλον θα επέμενε ότι «Οι Ελληνες συνωστίζονταν στην Σμύρνη περιμένοντας να έρθουν τα καράβια». 

υ.γ. 2: Η φωτογραφία είναι των αδελφών Μεγαλοοικονόμου και την εντόπισα στη συλλογή του Νίκου Πολίτη «Η Ελλάδα του μόχθου, 1900 – 1960» που εκδόθηκε από το Ριζάρειον Ιδρυμα. Αμετανόητοι καφενόβιοι έχουν στήσει χαρτάκι πάνω στο σακάκι του ενός πριν αρχίσει ο αγώνας γύρω στο 1955 και τα χαμογελαστά τους πρόσωπα μαρτυρούν την αγάπη και την ηθική που επιμένω ότι κρύβει το ποδόσφαιρο, όπου κι αν παίζεται.

2 σχόλια:

  1. Έτσι έτσι...σαν το γήπεδο δεν έχει...Μπαίνεις μέσα και ξεχνάς όλα σου τα προβληματα...και ξαφνικά μπαίνει το γκολ και βρίσκεσαι αγκαλιά (στη κυριολεξία όμως) με αγνώστους...

    Υ.Γ. αν και Ολυμπιακός η ιστορία για το "ξερό ψωμί" είναι απλά ανατριχιαστική!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ ωραίο κείμενο. Υπέροχο. Χαιρετισμούς από ένας Γαύρο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή